Εβδομήντα χρόνια από το Ψήφισμα 194 του ΟΗΕ και οι Παλαιστίνιοι δεν έχουν επιστρέψει στα σπίτια τους

Το κλειδί, σύμβολο του διαχρονικού αιτήματος των Παλαιστίνιων προσφύγων για επιστροφή στα σπίτια τους

Από όλες τις επετείους που αφορούν στην τραγική σύγχρονη ιστορία της Παλαιστίνης, αυτή της 11ης Δεκεμβρίου ίσως να είναι η πιο σημαντική.

Την ημέρα εκείνη πριν από 70 χρόνια, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε το Ψήφισμα 194 (Resolution 194) με πλειοψηφία 35 από τα 58 μέλη. Από τότε έχει επανεγκριθεί περισσότερες από 135 φορές, παραμένοντας το θεμέλιο του παλαιστινιακού ζητήματος και η πιο έγκυρη νομική στήριξη του δικαιώματος της επιστροφής.

Το Ψήφισμα 194 κάλεσε το νεοσύστατο ισραηλινό κράτος να επιτρέψει στους «πρόσφυγες που επιθυμούν να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να ζήσουν ειρηνικά με τους γείτονές τους … να το πράξουν το συντομότερο δυνατόν» και να τους αποζημιώσουν για τις απώλειές τους. Προέρχεται από τη διεθνή συναίνεση ότι οι άνθρωποι που έχουν εκτοπισθεί βίαια από τα σπίτια τους έχουν το δικαίωμα της επιστροφής σύμφωνα με το εθιμικό και ανθρωπιστικό δίκαιο.

Ο πραγματικός πόλεμος

Όπως δήλωσε το 1948 ο Αρχιεπίσκοπος Folke Bernadotte, διαμεσολαβητής του ΟΗΕ και υποστηρικτής των Παλαιστινίων προσφύγων, «είναι ένα αδίκημα κατά των αρχών της στοιχειώδους δικαιοσύνης, τα αθώα θύματα της σύγκρουσης να στερούνται το δικαίωμα να επιστρέψουν στα σπίτια τους ενώ οι Εβραίοι μετανάστες να επιτρέπεται να εγκαθίστανται στην Παλαιστίνη.»

Μια επιτροπή συνδιαλλαγής τριών κρατών ιδρύθηκε τότε, για την επίβλεψη του επαναπατρισμού των ενδιαφερόμενων, και ένα χρόνο αργότερα δημιουργήθηκε η Υπηρεσία Αρωγής και Έργων των Ηνωμένων Εθνών (UNRWA) για να τους φροντίσει μέχρι τον επαναπατρισμό τους. Ο επαναπατρισμός όμως ποτέ δεν συνέβη και από εκείνη τη στιγμή άρχισε ο πραγματικός πόλεμος μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων, με τους πρώτους να παλεύουν για να αποτρέψουν τους Παλαιστίνιους από την επιστροφή τους και τους Παλαιστίνιους να επιμένουν με αποφασιστικότητα να επιστρέψουν.

Η αρχική κίνηση του Ισραήλ ήταν η δολοφονία του Bernadotte από μέλη της οργάνωσης σιωνιστών Lehi τρεις μήνες πριν από την ψήφιση του Ψηφίσματος 194. Ο Bernadotte είχε εκφράσει τις ειρηνευτικές του προσπάθειες στο Άρθρο 1 του ψηφίσματος. Το Ισραήλ απέρριψε τα αιτήματα του ΟΗΕ, παρόλο που οι όροι της μεταγενέστερης ένταξής του στα μέλη του ΟΗΕ το 1949 απαιτούσαν τη συμμόρφωση με τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένου του 194.

Οι ισραηλινοί δικηγόροι υποστήριξαν ότι η διατύπωση του ψηφίσματος υπονοούσε ότι η επιστροφή των προσφύγων δεν ήταν άμεσο δικαίωμα. Υποστήριξαν ότι η φράση «επιθυμούν να ζήσουν ειρηνικά» έδινε στο Ισραήλ την επιλογή να αποφασίσει ποιοι πρόσφυγες έχουν συμμορφωθεί με αυτή την απαίτηση.

Λόγω αυτής της ασάφειας, η Γενική Συνέλευση του 1974 επιβεβαίωσε «το αναφαίρετο δικαίωμα των Παλαιστινίων να επιστρέψουν στα σπίτια τους». Οι αντιρρήσεις του Ισραήλ δεν είχαν ποτέ νομική ισχύ αλλά το Ισραήλ συνέχισε να αντιτίθεται στο δικαίωμα της επιστροφής.

Αυξανόμενη περιθωριοποίηση

Το ιστορικό Ψήφισμα 194 μπαίνει όλο και περισσότερο στο περιθώριο. Δεν εφαρμόστηκε ποτέ και με την πάροδο του χρόνου η αξία του έχει μειωθεί από μια διεθνή κοινότητα που δεν επιθυμεί να το επιβάλει.

Η ρητορική σχετικά με το δικαίωμα της επιστροφής έχει επίσης αλλάξει. Το ψήφισμα του ΟΗΕ αριθ. 242, το οποίο ψηφίστηκε το 1967, μίλησε διφορούμενα για «δίκαιη διευθέτηση» για τους πρόσφυγες. Οι συμφωνίες του Όσλο του 1993 υποβίβασαν το ζήτημα των προσφύγων στις τελικές διαπραγματεύσεις, για το καθεστώς, που δεν έγιναν ποτέ. Το ειρηνευτικό σχέδιο του Κλίντον το 2000 περιείχε διάφορες λύσεις για την επίλυση του ζητήματος των προσφύγων, συμπεριλαμβανομένων του επαναπατρισμού στο (ανύπαρκτο) παλαιστινιακό κράτος, της διευθέτησης στις χώρες υποδοχής ή της μετανάστευσης σε τρίτες χώρες, όπως ο Καναδάς ή η Αυστραλία. Μόνο μια συμβολική επιστροφή στο Ισραήλ έγινε δεκτή, αλλά ακόμα κι αυτή υπό προϋποθέσεις.

Το 2002, η Αραβική Ειρηνευτική Πρωτοβουλία μίλησε για μια «δίκαιη λύση» για τους πρόσφυγες «σύμφωνα με το Ψήφισμα 194», χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις και το σχέδιο δράσης για το 2004 – που υποτίθεται ότι εξακολουθούσε να ελέγχεται από τις ΗΠΑ, την ΕΕ, τα Ηνωμένα Έθνη και τη Ρωσία – περιλάμβανε μια ρήτρα για μια «συμφωνημένη και ρεαλιστική» λύση στο πρόβλημα των προσφύγων.

Παράλληλα εντάθηκε η επίμονη αντίδραση του Ισραήλ στο δικαίωμα επιστροφής. Τα τελευταία 70 χρόνια έχει καταφέρει να εμποδίσει κάθε προσπάθεια επαναπατρισμού κάποιων από τους 750.000 πρόσφυγες του 1948 και των απογόνων τους ή των επιπλέον 350.000 προσφύγων του 1967. Εκτός από μια ισραηλινή απόφαση για επιστροφή 100.000 προσφύγων το 1949, το Ισραήλ δεν ζήτησε ποτέ συγγνώμη ούτε αποδέχθηκε την ευθύνη για την ανθρώπινη καταστροφή που δημιούργησε.

Τα αραβικά κράτη, τα οποία θα έπρεπε να βρίσκονταν στην κορυφή των υπερασπιστών των παλαιστινίων προσφύγων, έκαναν ασαφή και διφορούμενη την άποψή τους σχετικά με το δικαίωμα της επιστροφής, συγκλίνοντας με τη γραμμή του Ισραήλ. Το τελευταίο καρφί στο φέρετρο του δικαιώματος της επιστροφής, έβαλε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τράμπ βάζοντας τέλος στη χρηματοδότηση των Ηνωμένων Εθνών για την UNRWA και προσπάθησε να μειώσει τους αριθμούς των παλαιστινίων προσφύγων επαναπροσδιορίζοντας ποιοι είναι αυτοί.

Δυτική υποστήριξη

Ο πόλεμος κατά της παλαιστινιακής επιστροφής ήταν καταδικασμένος να είναι άνισος και μέχρι στιγμής έχει κερδηθεί από το Ισραήλ, δεδομένης της μαζικής υποστήριξής του από τη Δύση. Όταν ιδρύθηκε το Ισραήλ το 1948, πολλά δυτικά κράτη το είδαν ως τρόπο αποζημίωσης των Εβραίων για τις φρίκες που τους είχε προκαλέσει η Γερμανία. Μια μακρινή χώρα, η Παλαιστίνη που βρίσκεται κάτω από το δυτικό έλεγχο και χωρίς τη δυνατότητα να αντισταθεί, πρέπει να φάνηκε ένα ιδανικό καταφύγιο για τους Ευρωπαίους Εβραίους.

Κατά τη διευθέτηση των μεταπολεμικών εβραϊκών προσφύγων και την επίλυση του αιώνιου «εβραϊκού ζητήματος», η Δύση αγνόησε το κόστος για τον εγγενή πληθυσμό της Παλαιστίνης. Αλλά ήταν αναπόφευκτο, δεδομένης της αποφασιστικότητας των ιδρυτών του Ισραήλ, να δημιουργήσουν ένα κράτος για τους Εβραίους σε μια χώρα που δεν ήταν εβραϊκή και η δημογραφία της Παλαιστίνης έπρεπε να αντιστραφεί, μετατρέποντας την υπάρχουσα αραβική πλειοψηφία σε εβραϊκή. Αυτό οδήγησε αναπόφευκτα στη Νάκμπα (διωγμό) και το δικαίωμα της επιστροφής.

Της Ghada Karmi (παλαιστίνια γιατρός, ακαδημαϊκός και συγγραφέας)

Απόδοση-επιμέλεια Ά.Ζ. Ιωαννίδου

Σχόλια